Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ΚΕΡΑΤΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΠΕΛΙΑ ΤΟΥ

Με λένε Χρήστο και είμαι 26 χρόνων τα έχω με μια κοπέλα 2 χρόνια. Πανέμορφη και απίστευτο κορμί. Να μην μακρηγορώ με αυτήν την κοπέλα είχαμε μια πολύ όμορφη σχέση. Δεν έλειπε σε κανέναν τίποτα. Εγώ δούλευα διανομέας (currier) και η κοπέλα μου σε μια εταιρία με αποθήκες σαν λογίστρια.
Ήταν 25 χρόνων, ξανθιά κιτρινοπράσινα μάτια και ελκυστικές καμπύλες και πολύ γλυκιά ομιλία. Στο σεξ να πω την αλήθεια ήταν λίγο πίσω. Δεν ήξερε να κάνει πολλά πράγματα και αρκούταν στα κλασσικά.
Μια μέρα λοιπόν είχε πάει 8 το βράδυ μόλις είχα σχολάσει και περίμενα τηλεφώνημα της. Έβλεπα ότι αργεί να με πάρει αποφάσισα να πάω σπίτι της. Εκεί ήταν η αδερφή της και μου είπε ότι δεν έχει σχολάσει ακόμα. Έτσι λοιπόν πήρα τον δρόμο για την δουλειά της να της κάνω έκπληξη. Μόλις έφτασα έξω από την εταιρία διαπίστωσα ότι ήταν κλειστή η πόρτα αλλά το αυτοκίνητο της ήταν απέξω και τον υπολοίπων συνάδελφων της. Κοιτάζοντας στο γραφείο της απέξω διαπίστωσα ότι ήταν κλειστό το φως. Έτσι πήρα την απόφαση να σκαρφαλώσω στο παράθυρο που βλέπει στην αποθήκη.
Για καλή μου τύχη ήταν ανοιχτό και μπορούσα να μπω μέσα. Μπήκα σαν την γάτα και κρύφτηκα πίσω από τα εμπορεύματα έτσι ώστε να μην με βλέπει κανείς. Δεν πέρασε ένα λεπτό και εμφανίζετε η Μαρία μαζί με τον διευθυντή και τον άλλον λογιστή με ένα φάκελο και κάτι σημείωνε. Αυτό που με εξέπληξε ήταν ότι φόραγε ένα πουκάμισο που το μπούστο τρέλαινε ακόμα και τυφλό και μια φούστα που έγραφε απίστευτα πάνω στο κορμί της. Ζήλεψα υπερβολικά γιατί δεν μου άρεσε που όποτε γύριζε ο διευθυντής έκανε περίεργα νοήματα στον άλλον και χαμογελούσαν. Μετά από λίγο πήρε το αυτί μου που τις λένε αν έχει σχέση και πως τα περνάει αν πάει γυμναστήριο κλπ
Αυτή χαμογέλαγε και το ένιωθα ότι προσπαθούσε να απαντήσει σε ότι ήθελαν να ακούσουν. Δεν πέρασαν 10 λεπτά και λέει ο διευθυντής ότι πρέπει να φύγει. Να πάνε να φωνάξουν τους εργάτες από την άλλη αποθήκη για να διεκπεραιώσουν την δουλειά. Για λίγο ηρέμησα.
Μετά από 5 λεπτά είδα να μπαίνουν 10 άτομα εκ τον οποίων 1 ήταν έλληνας. Οι άλλοι ήταν μαύροι ινδοί και αλβανοί. Παίρνει ο λογιστής τους 3 ινδούς και πάνε στην διπλανή αποθήκη να φτιάξουν το εμπόρευμα και αφήνει την Μαρία με 4 αράπηδες και 3 αλβανούς να φτιάξουν το υπόλοιπο. Δεν πέρασαν 10 λεπτά και όπως είχε σκύψει και έγραφε την πιάνει ο ένας μαύρος από το χέρι με δύναμη και αρχίζει να την γλύφει στο λαιμό. Άσε με ρε φώναζε και ήμουν έτοιμος να ορμήξω να τους πλακώσω.
Δεν ξέρω τι με τράβηξε να κάτσω. Όσο την έγλυφε ο ένας ο άλλος είχε κατεβάσει το παντελόνι του και έπαιζε με την ψωλή του που ήταν τρομερά μεγάλη. από την μια είχα αρχίσει να τρελαίνομαι από την ζήλια αλλά από την άλλη μου άρεσε. Δεν ξέρω γιατί. Έβλεπα την κοπέλα μου να την γδύνουν 3 άτομα και οι άλλοι να γελάνε μέχρι που την είχανε αφήσει τελείως γυμνή και είχανε μείνει με το στόμα ανοιχτό με το κορμί της. Κάθετε ο ένας αράπης πάνω σε μια κούτα και την βάζει να κάτσει πάνω στον πούτσο του. μόλις ακούμπησε προσπάθησε να σηκωθεί αλλά μάταια.
Με μια απότομη κίνηση την κάρφωσε στην κυριολεξία πάνω του και η κραυγή της ακούστηκε σε όλη την αποθήκη. Οι αλβανοί που ξέρανε ποιο καλά ελληνικά της λέγανε (που είναι μουναρα μου ο γκόμενος σου να σε δει ;)Θες να φύγεις; Σου αρέσει; Τότε έκανα το απίστευτο. Την παίρνω τηλ. μέσα στα βογκητά δεν θα με άκουγε ότι μίλαγα από μέσα. Δεν περίμενα να το σηκώσει και όμως χωρίς να ταραχτεί καθόλου πιάνει το κινητό από την τσάντα της και μου λέει με μια ατάραχη φωνή (έλα μωρό μου έχω μια σοβαρή συνάντηση θα σε πάρω μετά) οκ λέω θα περιμένω. Δεν πίστευα σε αυτό που έβλεπα. είχε πάρει μέσα της το τέρας του αράπη και με τα χέρια της χάιδευε τα κωλομέρια των άλλων 2. Ενώ ο ένας Αλβανός πάει δίπλα της και την βάζει το καυλί του στο στόμα της.
Την γαμούσαν τόσο δυνατά που απορούσα πως δεν είχε λιποθυμήσει από το πόνο.
-“Σ’ αρέσει baby“; της έλεγε ο αλβανός
-“Ναι, να, ναι.. “ ψέλλιζε
-“Το είχες φανταστεί ποτέ ότι θα σε  ‘περναν έτσι μωρή πουτάνα; “
-“Όχι, όχι….
-“Τι έχεις να πεις τώρα καριόλα; “
-“Σκιστέ με και ας μου κοστίσει και την δουλειά μου χτυπήστε με βρίστε με θέλω να δω πως είναι“.
Τι ήθελε και το είπε. Την σηκώνει πάνω ο αράπης της τραβάει ένα σκαμπίλι την πιάνει από τα μαλλιά την πετάει κάτω την στήνει στα 4 και μπαίνει με όλη την δύναμη από πίσω της ενώ ο άλλος της έτριβε το στήθος και οι υπόλοιποι μαλακίζονταν από πάνω της. Βόγκαγε τόσο δυνατά που είχα ερεθιστεί από το θέαμα. είχανε καυλώσει και οι άλλοι που φωνάζανε υπερβολικά δυνατά και βογκάγανε.
Για να τελειώνω την περάσανε όλοι από ένα χεράκι στην ίδια στάση ενώ όποιος τελείωνε πήγαινε στο στόμα της και έχυνε. Μόνο ο τελευταίος τελείωσε στο στήθος της.
-“Παρτα μωρή πουτάνα της είπε. Για να μάθεις να έρχεσαι με αυτά τα ρούχα στην δουλειά“.
Η κοπέλα μου γέλαγε σαν υπνωτισμένη
-“Θέλω κι άλλο, κι άλλο…. έλεγε. “
Τότε τις ρίχνει ένα σκαμπίλι ο ένα Αλβανός και τις λέει.
-“Εδώ είναι δουλειά τράβα σπίτι να σε γαμήσει ο δικός σου“.
-Όχι, όχι, όχιιιιιιιιιι“ λέει κι αρπάζει την ψωλή του αράπη και αρχίζει να την γλύφει.
Δεν κρατήθηκα. Βγήκα έξω και πάω μπροστά της και αντί να σηκωθεί πέφτει στα τέσσερα και χωρίς να αφήσει την ψωλή από το στόμα της μου κάνει νόημα να την πάρω.
Αυτό ήταν. Της πάτησα μια κλοτσιά με τις μπότες που πετάχτηκε 2 μέτρα πέρα και έφυγα ακούγοντας τα γέλια τον εργατών. 
Έκανα μερικά βήματα όμως κι απότομα γύρισα. Βούτηξα ένα παλούκι και στήθηκα μπροστά τους απειλητικά.
-Την γάμησες εσύ; ρώτησα τον ένα αράπη
-Την γάμησες εσύ; ρώτησα τον άλλο αράπη
-Την γάμησες εσύ; ρώτησα τον αλβανό
-Όποιος τη γάμησε θα πληρώσει, τους φώναξα λυσσασμένος από τα νεύρα.
Αυτοί τα ’χασαν. Οι ψωλές μείνανε μετέωρες ενώ κι η κοπέλα παρ’ όλο που κρατούσε μία πούτσα στο χέρι είχε μείνει αποσβολωμένη.
-Όποιος σε πληρώσει τον έφαγα τσάπμα νομίζατε πως θα γαμούστε μαλάκες; 30 ευρω ο καθένας και λίγα είναι για την πουτάνα. Τους φώναξα.
Ο Αλβανός που ήξερε ελληνικά προσπάθησε να διαπραγματευτεί.
-Σκάσε πούστη του λέω γιατί θα φάω εσένα πρώτο.
-Μα δεν έχουμε λεφτά γρίνιαξαν δυο-τρεις ενώ οι άλλοι ψάχνανε τις τσέπες τους.
-Ωραία τους λέω τότε θα κάνετε ότι σας πω.
-Ναι, ναι φώναξαν.
Γυρίζω και λέω σ’ αυτήν καβάλα τον και της δείχνω ένα αλβανό.
Χωρίς κουβέντα η Μαρία τον ρίχνει πάνω σ’ ένα τραπεζάκι και του κάθετε.
Κάνω νόημα σ’ έναν αράπη να της τον δώσει τσιμπούκι κι εγώ τον πετάω έξω, πάω πίσω της και της τον σβουράω στον κώλο χωρίς σάλιο.
Ούρλιαξε αλλά σε λίγο γαλούριζεμε τους τρεις πούτσους να την γαμάνε παρέα. Το γαμήσι κράτησε μέχρι τα ξημερώματα. Οι γαμιάδες αλλάζανε αλλά οι τρύπες τις ήταν συνέχια γεμάτες. Εγώ την έχυσα τρεις φορές. Στο τέλος ήταν λιώμα. Δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια. Ήταν ένα χύσι ολόκληρη. Έκανα να φύγω μα την λυπήθηκα έτσι σωριασμένη που ήταν κάτω. Την σήκωσα αγκαλιά, δεν είχε πνοή, την έβαλα στο μπροστινό κάθισμα του αυτοκινήτου και την σκέπασα με το μπουφάν μου. Της σκούπισα το πρόσωπο με το μαντήλι του λαιμού μου που μου ’χε κάνει δώρο.
Ξημέρωνε καθώς οδηγούσα προς το σπίτι της. Γύρισα και την είδα. Το πρώτο φως της μέρας φανέρωνε την χλωμάδα του πρόσωπο της αλλά μαζί και την γαλήνη, την ικανοποίηση και την ηρεμία. Περίεργη ιστορία οι γυναίκες, σκέφτηκα. Αδύνατον να τις καταλάβω. Ίσως είμαι μικρός ακόμη. Ο χρόνος θα δείξει…….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου