Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

ΤΟ ΧΑΛΑΡΩΜΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΦΕΝΤΡΑ

Η Χαρά σηκώθηκε με όρεξη σήμερα. Αποφάσισε να πλύνει επιτελούς το αμάξι της. Πήγε λοιπόν στο γνωστό της πρατήριο βενζίνης και το έδωσε στον υπάλληλο να το πλύνει.
Κάθισε μετά ήρεμη μέσα στο πρατήριο να πιει τον καφέ της. Ο υπάλληλος μπαινόβγαινε, εκείνη ούτε που τον έβλεπε μέχρι τη στιγμή που την πλησίασε και της είπε:
-Το αμάξι σας έγινε κούκλα σαν κι εσάς.
-Ωραία, απάντησε εκείνη, θέλω να δείτε και τα λάστιχα μου, να βάλετε νερό στους υαλοκαθαριστήρες και να το φουλάρετε βενζίνη.
Το αυτοκίνητο έλαμπε σαν καινούργιο σε μια γωνιά. Αυτός αφού τελείωσε με όσα εκείνη του είχε πει, τη ρώτησε:
-Θα το πάτε εσείς μέχρι την αντλία;
-Όχι του απάντησε. Εσύ θα το πας.
Και αστειευομένη όσο εκείνος έβαζε βενζίνη:
-Μη με κουράζεις, έχω πολλή δουλειά σήμερα.
Τότε εκείνος γύρισε, την κοίταξε και της είπε:
-Θα σε χαλαρώσω εγώ κάποια μέρα.
Το μυαλό της πηρέ αμέσως στροφές και χωρίς να τα χάσει του απάντησε.
- Σε μια ώρα στην τάδε διεύθυνση.  Θα δούμε ποιος θα χαλαρώσει ποιον. Μπήκε στο αυτοκίνητο της κι έφυγε χωρίς να περιμένει απάντηση του.
Ακριβώς σε μια ώρα το κουδούνι της χτυπούσε. Σούφρωσε ικανοποιημένη τα χείλια της, έβαλε το ωραιότερο της χαμόγελο και άνοιξε την πόρτα. Αυτός φορούσε ακόμα τη φόρμα του πρατηρίου αλλά δεν είχε εκείνο το μάγκικο ύφος που είχε την ώρα που της έβαζε βενζίνη. Πέρασε μέσα και κάθισε.
-Θέλεις έναν καφέ;
-Ναι θα ήθελα είπε εκείνος κι άναψε τσιγάρο σίγουρος πως σε λίγη ώρα θα *χαλάρωνε* την άγνωστη κυρία.. Εκείνη του έφερε τον καφέ και σκύβοντας ελαφρά κοντά του ψιθύρισε..
-Χαλάρωσε πίνοντας το καφεδάκι σου, εγώ πάω να φρεσκαριστώ λιγάκι.
Εξαφανίστηκε στα μέσα δωμάτια και τον άφησε στο σαλόνι μονό του.. Μετά από κανένα τέταρτο τον φώναξε :
-Έλα μέσα να δούμε πως χαλαρώνεις Εσύ μια Κυρία!!!
Ακολούθησε τη φωνή της και βρέθηκε σε ένα δωμάτιο που ήταν μισοσκότεινο. Μετά τον άπλετο ήλιο που έμπαινε στο σαλόνι, το ημίφως του δωματίου τον έκανε να μη βλέπει τι υπήρχε μέσα. Βγάλε τα ρούχα σου και ξάπλωσε στο κρεβάτι άκουσε τη φωνή της. Σαν αυτόματο, έβγαλε τα ρούχα του και ξάπλωσε στο τεράστιο κρεβάτι και τότε την είδε. Δεν είχε κάμπια σχέση με την κομψή κυρία που του γυάλισε στο βενζινάδικο.. Ήταν μια.. ΑΦΕΝΤΡΑ. ..
Φορούσε ένα δερμάτινο σουτιέν και μια δερμάτινη φούστα κοντή, μπότες δερμάτινες πάνω από το γόνατο και στο χέρι της κρατούσε ένα κοντό μαστίγιο. Πήγε να κουνηθεί μα η φωνή της τον καθήλωσε: -Μείνε εντελώς ακίνητος. Κλείσε τα ματιά και χαλάρωσε.
Στη στιγμή ένοιωσε να παίρνει τα χεριά του και με έναν μαγικό τρόπο να τα *κλειδώνει* με χειροπέδες στα κάγκελα του κρεβατιού.
-Και τώρα θα δούμε ποιος θα χαλαρώσει ΠΟΙΟΝ σκλάβε, του ψιθύρισε στ αυτί ενώ την ιδία στιγμή ένοιωσε το μαστίγιο της να παίζει με τον πούτσο του που όσο άκουγε αυτή τη φωνή να του ψιθυρίζει στ αυτί γινόταν όλο και πιο μεγάλος. Ένοιωσε τα ματιά του να δένονται με ένα μεταξωτό φουλάρι και κατάλαβε πως είναι πια έρμαιο στα χεριά της. Όταν άρχισε να δέχεται το μαστίγιο στο κορμί του η ηδονή του ήταν πρωτόγνωρη..
Έχασε τον κόσμο τον έλεγχο του η στιγμή που ένοιωσε το μουνί της να εγκαθίσταται στο στόμα του ενώ την ιδία στιγμή το μαστίγιο της εισχώρησε στον κωλο του. Βόγκηξε αλλά δεν μπόρεσε να πει κουβέντα γιατί το μουνί της του κόβε τη λαλιά.
-Μη βγάλεις αχνά! Είσαι στα χεριά μου, μου ανήκεις. Δεν ξερώ για σένα, εγώ όμως έτσι χαλαρώνω, γι αυτό γλυπτό μου σαν υπάκουο σκυλάκι κι αν μείνω ευχαριστημένη θα σε γαμήσω με το μαστίγιο μου μέχρι να χύσεις. Άρχισε να ανεβοκατεβάζει το μουνί της στο στόμα του όλο με πιο γρήγορους ρυθμούς μέχρι τη στιγμή που ένοιωσε να χύνει πλημμυρίζοντας τον στα υγρά της.
Κατέβητε από πάνω του, και έπιασε τον πούτσο του με τα δυο της χεριά σφίγγοντας τον σφιχτά. Τον κράτησε ώρα έτσι χωρίς να τον χαϊδεύει μέχρι που ένιωσε να την γεμίζει με το σπέρμα του.
Χωρίς να μιλήσει καθόλου πηρέ το σπέρμα και του το έβαλε στο στόμα και όσο περίσσεψε του το έχωσε προσεχτικά στον κωλο του σπρώχνοντας το με το μαστίγιο της να μπει όλο μέσα. Εκείνος είχε εξουθενωθεί. Δεν αντιδρούσε πια, μετά ειδικά από το έντονο χύσιμο που είχε, δεν αντέδρασε καθόλου όταν του έλυσε τα χεριά ούτε όταν του έλυσε τα ματιά...
Άκουσε τη φωνή της σαν μέσα σ’ όνειρο να του λέει..
-Και τώρα ντύσου και φύγε. Την επόμενη φορά που θα θελήσεις να χαλαρώσεις μια πελάτισσα να το σκεφτείς καλά. (28/04/2004)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου